15.08.2026
12’ READ TIME

Φτηνά Τσιγάρα ή Τσίου;

Για αυτό το μήνα θέτουμε το απόλυτο αθηναϊκό κινηματογραφικό δίλημμα του Δεκαπενταύγουστου σε 5 ανθρώπους και τούς καλούμε να τοποθετηθούν και να ψηφίσουν υπεύθυνα.
Kαι οι δυο ταινίες παραμένουν αναπόσπαστα στοιχεία της αναγέννησης του ελληνικού σινεμά στα ‘00s.
Billboard 1

Στα εγχώρια σινεφίλ πράγματα δύο ταινίες είναι συνυφασμένες με την αυγουστιάτικη Αθήνα: τα Φτηνά Τσιγάρα (2000) του Ρένου Χαραλαμπίδη και το Τσίου…(2005) του Μάκη Παπαδημητράτου. Δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές μεταξύ τους στον τρόπο τους, αλλά έχουν αρκετά κοινά σημεία. Καταρχάς, είναι και οι δυο ταινίες πόλης, η Αθήνα τους είναι κι αυτή ένας πρωταγωνιστικός χαρακτήρας, δεν μπορείς να τις εννοήσεις δίχως αυτή. Γυρίστηκαν με ελάχιστο προϋπολογισμό και με προσωπικές θυσίες από τους δημιουργούς τους. Αμφότερες δε, έκοψαν ελάχιστα εισιτήρια όταν κυκλοφόρησαν στις αίθουσες, για να λατρευτούν στη συνέχεια, κυκλοφορώντας από στόμα σε στόμα, μέσα από πειρατικές κόπιες και από το youtube. Θυμόμαστε όλοι το σχετικό σποτάκι κατά της πειρατείας με την cool μουσική, τη φλασάτη αισθητική και τις εκφοβιστικές αναλογίες τύπου «δεν θα έκλεβες ποτέ ένα αυτοκίνητο» που, έτσι όπως ήταν γυρισμένο, κατέληγε να περνάει το αντίθετο μήνυμα στον δέκτη του, έτσι; Ε, καμία φορά η πειρατεία σώζει το σινεμά ή, πιο σωστά, σώζει τις ταινίες, δίνοντάς σε μερικές από αυτές τη δεύτερη ευκαιρία που οι συγκυρίες τούς στέρησαν κατά την αρχική κυκλοφορία τους. 

Από εκεί και πέρα, εδώ στο WIRED Greece είμαστε αμείλικτοι στα σχετικά διλήμματα: δεν μας αρέσει η ισοπαλία, κανείς δεν την θέλει την ισοπαλία. Το εκάστοτε πενταμελές εκλογικό σώμα οφείλει να επιλέξει το ένα από τα δύο, όσο δύσκολη απόφαση κι αν είναι. Αυτή τη φορά, για να διασφαλίσουμε την κινηματογραφική ακεραιότητα της επιλογής, μια ουδετερότητα, αν θέλετε, στοχευμένα απευθυνθήκαμε και σε δύο Θεσσαλονικείς. Τελικά, το ψηφοδέλτιο του ενός ήταν εκείνο που περίμενε με αγωνία η εφορευτική επιτροπή που απαρτίζεται αποκλειστικά από τον υπογράφοντα, για να προκύψει το τελικό αποτέλεσμα. Και για να μην υπάρξουν τυχόν ενστάσεις από εκλογικούς αντιπροσώπους και λοιπούς καλοθελητές, θυμίζω για ακόμα μια φορά ότι η ψήφος μου κατατίθεται στα αρχηγεία του WIRED Greece πριν καν σταλούν οι προσκλήσεις στα λοιπά μέλη του εκλογικού σώματος. Κι αυτά αφού έγραψα, πάμε να δούμε τι είπαν και τι ψήφισαν οι συμμετέχοντες.

Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος

Κριτικός Κινηματογράφου, ΚΛΙΚ

Όταν ο Γιάννης μου διατύπωσε το εν λόγω δίλημμα, κατά βάθος ξέραμε και οι δύο ποια θα ήταν η αυτονόητη επιλογή μου. Με προέτρεψε, ωστόσο, να μη δω ξανά καμία από αυτές. Όχι με το φόβο πως θα άλλαζα γνώμη, δύσκολο αν με ρωτάτε, αλλά περισσότερο για να μην ξενερώσω. Βλέπετε, μείζον κομμάτι της αγάπης που θρέφουμε για αυτές τις ταινίες είναι πως αντιστοιχούν σε φάσεις ζωής όπου βγάζει απόλυτο νόημα αν τις απολαμβάνουμε ή όχι. Η αρχική εντύπωσή μας είναι απαύγασμα του τότε εαυτού μας, με τις αντιφάσεις, τις εμμονές, τα γούστα και τον τρόπο ζωής που τα συνόδευε. Υπό αυτήν την έννοια δεν έχει κάποια ουσιαστική δύναμη η όποια δυνητική αποκήρυξη, αλλά έχει ενδιαφέρον τι επιβίωσε στο χρόνο. 

Ας πούμε, το Τσίου ήταν μια τυχαία ανακάλυψη ενός απογεύματος. Είχαμε καιρό το DVD στο σπίτι, αν δε θυμάμαι λάθος ως δώρο κυριακάτικης εφημερίδας, και κάθε φορά που κοίταζα το εξώφυλλό του αδυνατούσα να καταλάβω τι ταινία είναι αυτή. Ήμουν αρκετά μικρός, έτσι δεν αντιλήφθηκα πλήρως όλες τις πτυχές της στην πρώτη θέαση, πάντως, εκείνο που κράτησα πέρα από το αυθεντικά «δρομίσιο» χιούμορ, ήταν πως μου άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβανόμουν την πόλη. Διαπίστωσα κάπως ότι οι δρόμοι της Αθήνας μπορεί να μοιάζουν με τη γειτονιά μου (Λαμπρινή – Πατήσια), αλλά αδιόρατα περικλείουν δεκάδες παράλληλους κόσμους. Φυσικά, τα «Φτηνά Τσιγάρα» έχουν επίσης αυτήν την ιδιότητα, με τη διαφορά της πλήρους ρομαντικοποίησης της πρωτεύουσας. 

Σε αντίθεση με το Τσίου ήμουν στην πιο κατάλληλη φάση όταν είδα την ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη: φουλ ερωτευμένος, μόλις ανακάλυπτα εις βάθος το κέντρο της Αθήνας και καταβρόχθιζα ό,τι ποιητικό κυκλοφορούσε σε κάθε μορφή τέχνης. Παρόλα αυτά, η «χαραλαμπιδική» επιτήδευση με κράτησε πίσω. Οπότε, η αυτονόητη επιλογή που ανέφερα παραπάνω, σχετίζεται προφανώς με την ταινία του Μάκη Παπαδημητράτου. Έχω και γενέθλια Δεκαπενταύγουστο, ίσως κάποια στιγμή γυρίσω κι εγώ κάτι για το πώς είναι να περνάς σχεδόν όλη τη ζωή σου στην Αθήνα τη μέρα που τελειώνουν τα πάντα.

Ψηφίζει: Τσίου

Σταυρούλα Κουλίτση

Founder της σελίδας The Green Post-It

Αν έπρεπε να απαντήσω στην ερώτηση Τσίου vs. Φτηνά Τσιγάρα 10 χρόνια πριν, θα έλεγα εμφατικά και με ελιτίστικη σοφία τα Φτηνά Τσιγάρα ή ακριβέστερα τα «Φθηνά Τσιγάρα». Άλλωστε, η νοσταλγία για το ανέφικτο είναι ένα από τα ισχυρότερα συναισθήματα χωρίς όνομα που μπορείς να βιώσεις παρακολουθώντας σινεμά και το Before Sunrise των φτωχών, μας το προσφέρει απλόχερα.

Όσο μεγαλώνω και τα αποφθέγματα της ταινίας του Ρένου Χαραλαμπίδη υπάρχουν σε όλο και περισσότερα βιβλία αυτοβελτίωσης και podcast ενδυνάμωσης, ενώ ταυτόχρονα η ρομαντική βραδινή Αθήνα του έχει γίνει πιο ανύπαρκτη από ποτέ, τόσο πιο τρού μοιάζει στα μάτια μου ο Τσίου. Ξέρω, δεν βάζεις έτσι εύκολα στην άκρη τη συναισθηματική πληρότητα που σου έχει δημιουργήσει κατ’ επανάληψη ο συλλέκτης στιγμών, πόσο μάλλον όταν εκείνη χτίζεται υπό τους ήχους της Έλλης Πασπαλά.

Στην πραγματικότητα όμως αυτό το debate ανάγεται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο: εκλαϊκευμένος ρομαντισμός vs. subculture ρεαλισμός ή – ίσως ακόμα πιο απλά – αυτό που θα ήθελες να σου συμβεί vs. αυτό που δεν θα ήθελες ποτέ να σου συμβεί. Ο Τσίου καταφέρνει να καταγράψει σε λούπα και σχεδόν σε κάθε λέβελ προνομίου τη δήθεν ματσίλα, το ψευδές κατεπείγον και την επιφανειακότητα που διατρέχει τις σχέσεις αμοιβαίου συμφέροντος, κι εγώ αυτό το αγοράζω – μαζί με το καλτ περιτύλιγμά του – κυρίως επειδή μου το επιβάλει ευγενικά ο αναπόφευκτος πόλεμος που έχω ανοίξει με το απολιτίκ. Τουλάχιστον, για την τρέχουσα δεκαετία.

Ψηφίζει: Τσίου

Κωνσταντίνος Κοντονικόλας

Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Ελληνικού και Κυπριακού Κινηματογράφου Βαρκελώνης

Όταν μου τέθηκε το δίλημμα, η πρώτη άμεση απάντηση φάνηκε να ήταν ξεκάθαρη: «μα φυσικά τα Φτηνά Τσιγάρα». Αν όμως ο Αύγουστος και -κυρίως- οι δύο ταινίες από μόνες τους είναι πολύ καλοί λόγοι για εκ νέου θέαση, θεώρησα σωστό να τις ξαναδώ προς επιβεβαίωση της απάντησής μου. Προ εκπλήξεώς μου, βρήκα ότι άλλα πράγματα είχαν ενθουσιάσει την 20+ έκδοσή μου απ’ό τι θυμόταν η 40+ μου. Θυμόμουν ότι ο Τσίου ήταν ένα μικρό παράθυρο σε κάποια πρόσωπα/χαρακτήρες που όλοι είχαμε στην παρέα (τότε που παρέα ήταν καμια 50αριά άτομα), οπότε και γελούσαμε με το χιούμορ του ίσως λόγω οικειότητας. Το θυμόμουν αρκετά «ερασιτεχνικό» για να το πάρω πιο σοβαρά. Έλα όμως που η επαναθέαση με έκανε να θαυμάσω ένα σφιχτό σενάριο, το οποίο ένας γραφικός θα το περιέγραφε ως το Trainspotting αν το έγραφε ένας Ταραντίνο που είχε μεγαλώσει στα Πατήσια και σίγουρα βοηθάει πολύ η μουσική του Κ Βητα στον ρυθμό. Νομίζω πως η πορεία του Τσίου από μυστικό -> καλτ -> το χουμε δει όλοι πλέον -> υπερτιμημένο -> νοσταλγία -> «ρε συ κοίτα να δεις που δεν είναι κακό» λέει πολλά 20 χρόνια μετά. 

Ο από τους ελάχιστους, αλλά σίγουρα ο μόνος ίσως με τόση σταθερή πορεία, πραγματικά indie δημιουργός Ρένος Χαραλαμπίδης από την άλλη, με είχε συνεπάρει τότε με τα χρώματα και τα πλάνα μιας Αθήνας και των -μέσα στον Αύγουστο- μοναδικών σουρεαλ κατοίκων της, με την ίδια ευχάριστη έκπληξη που θα είχε ποτέ κανείς αν όντως έβρισκε μπισκότο στο στρογγυλό κουτί της γιαγιάς που φυσικά πάντα έχει ραπτικά. Μετά τη 2η θέασή του όμως, ο 40+ εαυτός μου δεν είδε ξανά αυτό που τότε του είχε φανεί τόσο νεωτεριστικό. Μέσα στην ομορφια της βραδινής Αθήνας είδε αρκετές από τις νεανικές και απλοϊκές αφέλειες ενός άκρατου ρομαντικού Ρένου που θα επαναλαμβάνονταν ως μοτίβα και στην μετέπειτα πορεία του (σας άφησε κι εσάς μια μικρή γεύση προπομπού του Νυχτερινού Εκφωνητή?). Οπότε, το δίλλημα δεν είναι τόσο Τσίου ή Φτηνά Τσιγάρα, αλλα ποιος εν τέλει ερωτάται: αν το σινεμά ήταν μόνο τα σενάριά του, τότε θα έλεγα Τσίου. Επειδή όμως το σινεμά είναι κυρίως αυτό που σου αφήνει στο τέλος η επίγευση ως συναίσθημα, η επιλογή μου είναι τα Φτηνά Τσιγάρα.

Ψηφίζει: Φτηνά Τσιγάρα

Φίλιππος Χατζίκος

Kριτικός Κινηματογράφου, Cinedogs

Είναι ένα αθηναϊκό δίλημμα που θα μπορούσε να ιδωθεί ως σύγκρουση δύο κινηματογραφικών κοσμοθεωριών. Από τη μία, η έρημη και αφτιασίδωτη πρωτεύουσα που λιώνει από τη ζέστη ανήμερα Δεκαπενταύγουστου, όπου την έχουν εγκαταλείψει ακόμα και οι μόνιμοι θαμώνες της παρακμής της και έχουν απομείνει μερικοί ταλαίπωροι που αναζητούν την ανακούφιση των ναρκωτικών. Από την άλλη, ένας τριαντάρης, ναυάγιο της ζωής, που με κάποιον τρόπο συντηρεί ένα σπίτι με θέα την Ακρόπολη και σουλατσάρει σε κεντρικούς δρόμους που έχουν αδειάσει μόνο για χατίρι του, προκειμένου να φιλοξενήσουν τη νυχτερινή περιδιάβασή του και τις ατέρμονες κουβέντες του με την κοπέλα που τον μαγνήτισε.

Το Τσίου έχει εύλογα αναχθεί σε επίσημος κινηματογραφικός πρέσβης του Δεκαπενταύγουστου στη μεγάλη οθόνη, καθώς αναδεικνύει αυτή τη συνωμοτική συνθήκη όσων ξεμένουν πίσω αυτή τη μέρα που οι πάντες εγκαταλείπουν τον αστικό ιστό. Τα Φτηνά Τσιγάρα παραμένουν απροκάλυπτα ερωτευμένα με τον εαυτό τους, και συγκεντρώνουν το μένος μιας σημαντικής μερίδας του σινεφίλ κοινού. Αν επιχειρήσουμε, όμως, να κοιτάξουμε πέρα από τη μυθική διάσταση των δύο ταινιών στο συλλογικό μας κιτάπι, θα δούμε ότι το φιλμ του Ρένου Χαραλαμπίδη υπηρετεί τη δική του εσωτερική λογική και ιδιομορφία με μεγαλύτερη ακρίβεια από αυτή που θυμόμαστε όταν μας έρχεται στον νου ο «συλλέκτης στιγμών» ή ο «χομπίστας», απομονωμένοι από τη συνολική αφήγηση.

Με όλο το σεβασμό στο Τσίου, λοιπόν, και με τον κίνδυνο να μη μάθω ποτέ αν αυτό το πάρτι που θα μάζευε όλους τους ξεχασμένους στην Αθήνα έλαβε όντως χώρα, θα στηρίξω τα Φτηνά Τσιγάρα. Μια ταινία που όσο και αν της φορέθηκε η σχετική ταμπέλα στη συνέχεια, δεν επεδίωξε να φωλιάσει στην αγκαλιά του καλτ. Για την φιλόξενη και ανεκτική νύχτα της που σηκώνει κάποιες δόσεις στυλιζαρισμένου ρομαντισμού. Για την αυστηρή μέρα της, που κρύβει σκληρές απολήξεις μέσα στις πιο αστείες στιγμές. Για την ξεκούρδιστη κομπανία που συντροφεύει τον πρωταγωνιστή και διαμορφώνει την προσωπικότητά του. Για το μελαγχολικό της ηχόχρωμα που αφήνει τα αδιέξοδά του να διαφανούν. Γιατί είναι η επίσημη νυκτωδία μιας Αθήνας που δεν υπήρξε ποτέ.

Ψηφίζει: Φτηνά Τσιγάρα

Γιάννης Βασιλείου

Καταρχάς και οι δύο ταινίες έχουν γυριστεί πριν την Κρίση, οπότε δείχνουν μια Αθήνα πιο ανέμελη, μια Αθήνα όπου οι ήρωες έχουν κυρίως προβληματισμούς και όχι προβλήματα. Αμφότερες απαρτίζονται από επεισόδια ανεκδοτολογικού χαρακτήρα, οι δημιουργοί τους «συλλέγουν στιγμές», αν θέλεις, όπως ακούγεται στη μία από τις δυο. Μάλιστα, πολλά από τα ανέκδοτα έχουν ένα παρεϊστικο χαρακτήρα. Αν το Τσίου, όμως, μένει εκεί, στην αποθέωση του παρεϊστικου χιούμορ, σε μια ελληνική εκδοχή της επονομαζόμενης slacker comedy, στα Φτηνά Τσιγάρα πίσω από το εκάστοτε ανέκδοτο τους, που συγγενεύει με το τζαρμουσικό ιδίωμα, υπάρχει μελαγχολία, η ενδόμυχη ανάγκη του ανήκειν και της αποδοχής, η ελπίδα της εμφάνισης της Ιθάκης στον ορίζοντα, κι ας καμώνονται καβαφικά οι άνθρωποί τους, με πρώτο τον Αφηγητή, πως σημασία έχει το ταξίδι.

Μοιραία, για να καταλήξω στην ψήφο μου (ή μάλλον για να εξηγήσω την ψήφο μου), οφείλω να σταθώ και στην Αθήνα τους και, κατ’επέκταση, στο φιλμικό σύμπαν τους. Το Τσίου έχει, ασφαλώς, κάποια τεχνητά στοιχεία στην πρόζα του, είναι, όμως, τοποθετημένο σε μια πόλη εντελώς αναγνωρίσιμη – σε αρκετά από τα μέρη που σουλατσάρουν οι χαρακτήρες δεν έχουν αλλάξει και πολλά άλλωστε. Η Αθήνα του Ρένου είναι μια Αθήνα σχεδόν επινοημένη, η Αθήνα ενός ερωτευμένου με την πόλη και τη νύχτα της. Αναγνωρίζουμε, ασφαλώς τις τοποθεσίες που γυρίστηκε, αρκετές εκ των οποίων δεν υπάρχουν πια, αλλά είναι μια Αθήνα που δεν έχουμε ξαναδεί έτσι – ίσως μόνο κάποιες φορές που υπήρξαμε κι εμείς ερωτευμένοι. Κι θα έρθει κάποιος να μάς πει ότι πρόκειται περί εξιδανίκευσης, εμείς θα τού απαντήσουμε πως, αν δεν προσδιοριζόταν το ιδανικό, τότε θα ήταν αδύνατο και να το φτιάξουμε, έστω και μέσα στο κεφάλι μας. 

Υποθέτω ότι από τον οριακά μελιστάλαχτο τρόπο που γράφτηκαν τα παραπάνω καταλάβατε ήδη τι θα ψηφίσω, αλλά θέλω να προσθέσω και δυο πράγματα ακόμα. Και οι δυο ταινίες έγιναν με ελάχιστα χρήματα. Στη μία από τις δύο, όμως, ο δημιουργός θα είχε τη σύλληψη να γεμίσει ένα τρόλεϊ με περιστέρια και χρυσόψαρα μέσα σε νάιλον «γυάλες», μόνο για να κινηματογραφήσει μια σύντομη συνάντηση κι ένα φιλί, κι έπειτα προχώρησε στην εκτέλεση, χαρίζοντάς μας ένα από τα λιγοστά στιγμιότυπα μαγικού ρεαλισμού στην εγχώρια κινηματογραφία. 

Κι έπειτα, βάζω στο ζύγι και τη φωνή της Πασπαλά, τη μουσική και τα τραγούδια του Καλαντζόπουλου, που έντυσαν άπειρες νύχτες που μείναμε ξάγρυπνοι ως το ξημέρωμα επειδή δεν μπορούσαμε αλλιώς κι επειδή δεν είχαμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε – αλλά όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά. Αν ο Παπαδημητράτος είχε βάλει περισσότερο Κωνσταντίνο Βήτα στην ταινία του, ίσως να κάναμε διαφορετική κουβέντα. 

Ψηφίζει: Φτηνά Τσιγάρα

Επικράτησαν τελικά τα Φτηνά Τσιγάρα με σκορ 3-2 και ολική ανατροπή, αν λάβουμε υπόψη την αλφαβητική παράθεση των ψήφων, αν και, όπως σάς είπαμε παραπάνω, με σειρά παραλαβής το αποτέλεσμα ήταν 2-2 μέχρι να λάβουμε το τελευταίο ψηφοδέλτιο. Η ρομαντικοποιημένη, πιο «κινηματογραφική» εκδοχή της Αθήνας στο τέλος νίκησε και έχει ενδιαφέρον ότι αυτή επέλεξαν και οι δύο Θεσσαλονικείς, καθώς οι Αθηναίοι ως επί το πλείστον προτίμησαν μια πιο αναγνωρίσιμη εκδοχή της Αθήνας. Θα ήταν απλή υπόθεση αυτό που θα γράψω, αν δεν το είχε ήδη αναφέρει εμμέσως η Σταυρούλα στο κείμενο της: η Αθήνα είναι πλέον μια πόλη ικανή να ξυπνήσει τον κυνισμό μέσα σου – κακά τα ψέματα, μείναμε μερικοί ρομαντικοί που εθελοτυφλούμε.  

Επιστρέφοντας στις ταινίες, πάντως, και οι δυο παραμένουν αναπόσπαστα στοιχεία της αναγέννησης του ελληνικού σινεμά στα ‘00s. Μιας δεκαετίας που, μετά τη (σχετική) ανυποληψία των ‘90s, το ελληνικό σινεμά μπήκε και πάλι στο διαιτολόγιο των εγχώριων σινεφίλ, με ταινίες που συζητήθηκαν (και αγαπήθηκαν) έξω από τον στενό κύκλο των ανθρώπων της βιομηχανίας. Τα Φτηνά Τσιγάρα και ο Τσίου λειτουργούν σαν χρονοκάψουλες, στη μία υπάρχουν ακόμα καρτοτηλέφωνα και το Zonar’s, στην άλλη «μόνο οι μπατίρηδες και όσοι δεν έχουν κόσμο να πάνε έξω μένουν στην Αθήνα τον Δεκαπενταύγουστο». Ταυτόχρονα άντεξαν στον χρόνο και έχουν πολλά να πουν και στους σημερινούς θεατές, όχι μόνο λόγω νοσταλγίας, αλλά επειδή οι δημιουργοί τους μοιράστηκαν άφοβα την αλήθεια τους, με ένα σινεμά που δεν θύμιζε τίποτα άλλο εκείνη την περίοδο στην ελληνική κινηματογραφία. Κι αυτό, ανεξάρτητα από το τι θα σας πουν εκεί έξω, αργά ή γρήγορα εκτιμάται.

© WIRED Greece. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση αποσπασμάτων μόνο με ενεργό σύνδεσμο προς το πρωτότυπο άρθρο και σαφή αναφορά στο WIRED Greece.
Για πλήρη αναδημοσίευση απαιτείται προηγούμενη γραπτή άδεια.
Γιάννης Βασιλείου, Γεννήθηκε το 1985 στη Λαμία. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών, άσκησε δικηγορία επί σειρά ετών, ενώ… Περισσότερα

Γράψου στο newsletter μας!

Κάνε εγγραφή στο newsletter του WIRED Greece για να λαμβάνεις κάθε εβδομάδα τις ιστορίες, τις ιδέες και τις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το αύριο.

Με την εγγραφή σας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης μας (συμπεριλαμβανομένης της παραίτησης από ομαδικές αγωγές και των διατάξεων διαιτησίας) και αναγνωρίζετε την Πολιτική Απορρήτου μας.

MOST READ ARTICLES
Sidebar 1
Sidebar 1
READ ALSO