Μετάβαση στο περιεχόμενο

string together

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας string together
γ΄ ενικό ενεστώτα strings together
αόριστος strung together
παθητική μετοχή strung together
ενεργητική μετοχή stringing together

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
 δείτε τις λέξεις string και together

string together (en)

  1. διευθετώ σε σειρά, παρατάσσω, παρατάσσομαι
  2. (δευτερευόντως) συναπαρτίζω, συνδέω συνδυαστικά, συνδέω, συνδυάζω
    • συνθέτω συνεκτικό σύνολο